Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Οι ταινίες της εβδομάδας από 9/1

Διασκεδαστικοί μικροαπατεώνες και ένας ρομαντικός loser τροβαδούρος


Ο «Οδηγός διαπλοκής» του Ντέιβιντ Ο. Ράσελ, που σπρώχνεται από τους πάντες προς τα Οσκαρ, έχει χιούμορ, δράση, ανατροπές και υπέροχους πρωταγωνιστές (Κρίστιαν Μπέιλ, Μπράντλεϊ Κούπερ, Εϊμι Ανταμς, Τζένιφερ Λόρενς). Το «Inside Llewyn Davis», από την άλλη, είναι μια τυπική «κοενική ταινία», γλυκιά, ευαίσθητη και γεμάτη τραγούδια.

         
Της Λήδας Γαλανού / efsyn.gr

Οδηγός διαπλοκής

(American Hustle)
Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Ο. Ράσελ
Ηθοποιοί: Κρίστιαν Μπέιλ, Τζένιφερ Λόρενς, Εϊμι Ανταμς, Μπράντλεϊ Κούπερ, Τζέρεμι Ρένερ

Στην Αμερική του ’70, της πλατφόρμας, της καμπάνας και της ντίσκο, ο Ερβινγκ (Κρίστιαν Μπέιλ) είναι ένας μικροαπατεώνας, πρωταθλητής στην κατηγορία του, που ζει το αμερικάνικο όνειρο από την ανάποδη, ως τοκογλύφος κι έμπορος πλαστών έργων τέχνης. Οταν θα παραμερίσει την εκρηκτική κι απρόβλεπτη γυναίκα του (Τζένιφερ Λόρενς) για τη σαγηνευτική Σίντνεϊ (Εϊμι Ανταμς), οι δυο τους θα επανεφεύρουν τους εαυτούς τους και θα διαπρέψουν στον κόσμο της παρανομίας. Μόνο που το FBI θα τους παγιδεύσει ώστε να συνεργαστούν για την αποκάλυψη πολύ μεγαλύτερων οικονομικών σκανδάλων που εμπλέκουν από τη Μαφία μέχρι έγκριτους γερουσιαστές και τα ταλέντα του Ερβινγκ και της Σίντνεϊ θ’ αναμετρηθούν με τους πραγματικούς καρχαρίες του εγκλήματος.

 Ο Ντέιβιντ Ο. Ράσελ του «Οδηγού Αισιοδοξίας / Silver Linings Playbook» διασκευάζει μια πραγματική ιστορία σ’ ένα συναρπαστικό και διασκεδαστικό σενάριο, ένα heist movie βουτηγμένο στην υπέροχη στιλιστική υπερβολή του ’70. Η ιστορία του δεν έχει βάθος, αλλά έχει χιούμορ, σβέλτη δράση και ανατροπές. Η σκηνοθεσία του δεν έχει ταυτότητα –η αντιγραφή της αισθητικής του Σκορσέζε μοιάζει λιγότερο με κλοπή, περισσότερο με φόρο τιμής όλο αγάπη– αλλά έχει νεύρο και μια γενναιόδωρη πρόθεση.

Το μεγάλο πλεονέκτημα όμως της ταινίας κρύβεται στους πρωταγωνιστές της: όσο ο Κρίστιαν Μπέιλ κι ο Μπράντλεϊ Κούπερ γεμίζουν τους ήρωές τους με ενέργεια, η Εϊμι Ανταμς και η Τζένιφερ Λόρενς απογειώνονται, η πρώτη σε εκτυφλωτική ομορφιά και μελετημένη ευαισθησία, η δεύτερη σε μια θεαματική ερμηνεία που ακροπατεί ανάμεσα στην παράνοια και την υπέρβαση. Το μειονέκτημα της ταινίας είναι ότι το τεράστιο hype που την οδηγεί ολοταχώς προς τα Οσκαρ ανεβάζει αδικαιολόγητα τις προσδοκίες.

Το «American Hustle» είναι ένα φιλμ για ελαφριά κινηματογραφική απόλαυση και, ως τέτοιο, ανταποκρίνεται εξαιρετικά.

Inside Llewyn Davis

Σκηνοθεσία: Ιθαν Κοέν, Τζόελ Κοέν
Ηθοποιοί: Οσκαρ Αϊζακ, Κάρεϊ Μάλιγκαν, Τζάστιν Τίμπερλεϊκ, Γκάρετ Χέντλαντ, Τζον Γκούντμαν, Φ. Μάρεϊ Εϊμπραμ, Ιθαν Φίλιπς

Ο Λούιν Ντέιβις είναι ένας μουσικός της φολκ που περιπλανιέται στα καφέ του Βίλατζ, στη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του ’60. Το ταλέντο του και την αγάπη του για τη μουσική αναχαιτίζει η ίδια του η κοσμοθεωρία. Ο Λούιν θέλει να γράφει τραγούδια, να παίζει την κιθάρα του και ν’ αναγνωριστεί ως καλλιτέχνης, χωρίς όμως την παραμικρή πρόθεση να «πουληθεί», να παρακαλέσει, να προωθήσει το όνομά του. Χωρίς την πρόθεση καν να δεχτεί μια απλή δέσμευση, όπως το να έχει ένα σπίτι, γι’ αυτό και ζει περιπλανώμενος από δανεικά αυτοκίνητα σε δανεικούς καναπέδες. Είναι το σύμβολο των ανήσυχων ‘60s, χωρίς να το θέλει. Είναι ο Μπομπ Ντίλαν που δεν τα κατάφερε ποτέ, ένας συμπαθέστατος loser που έμεινε με το βλέμμα της υπαρξιακής απορίας, χωρίς ποτέ να προσπαθήσει να βρει τις απαντήσεις.

Γεμάτη τραγούδια, με εκπληκτική φωτογραφία από τον Μπρούνο Ντελμπονέλ (πρώτη φορά χωρίς τον μόνιμο συνεργάτη των Κοέν, Ρότζερ Ντίκινς), αυτή εδώ είναι μια υποδειγματική ταινία των Κοέν, όχι τόσο σύνθετη ή λεπτοδουλεμένη σαν ένα «Fargo» ή ένα «Big Lebowski», περισσότερο επικεντρωμένη σ’ έναν ήρωα σαν το «A Serious Man», αλλά γλυκιά και γραμμένη με μια ευαισθησία που διαπερνά ακόμα κι αυτό το κυνικό, κατάμαυρο χιούμορ των αδελφών-δημιουργών.

Η Κάρεϊ Μάλιγκαν κι ο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ εμφανίζονται σε μικρούς ρόλους, σε ακόμα μικρότερους ο Τζον Γκούντμαν και ο Γκάρετ Χέντλαντ, αλλά το βάρος ολόκληρο πέφτει στον «Λούιν» Οσκαρ Αϊζακ, με μια ερμηνεία συννεφιασμένη και βελούδινη, έτοιμη για την οσκαρική υποψηφιότητα α’ ανδρικού ρόλου. Απλή, «κανονική», μαγική ταινία, μ’ έναν ρομαντισμό που θυμίζει ότι κάποιοι καλλιτέχνες, ακόμα κι αν κατακτούν την επιτυχία και την αναγνώριση, εξακολουθούν να επιμένουν στο δικό τους προσωπικό όραμα, με οξυδέρκεια και σοφία. Ωστόσο, αυτή εδώ είναι τόσο πολύ «μια κοενική ταινία», που στους χαμηλούς της τόνους χάσαμε την πρωτοτυπία, το νεύρο και την ιερόσυλη κωμικότητα, που θα την έκαναν να ξεχωρίσει μέσα στη φιλμογραφία των δημιουργών της.

Ρενουάρ

(Renoir)
Σκηνοθεσία: Ζιλ Μπουρντός
Ηθοποιοί: Μισέλ Μπουκέ, Κριστά Τερέ, Βενσάν Ροτιέ

Το 1915, σ’ ένα αγρόκτημα στην Κυανή Ακτή, ο Πιερ Ογκίστ Ρενουάρ ζωγραφίζει ακόμα: είναι 75 χρόνων, πάσχει από ρευματοειδή αρθρίτιδα, αλλά δημιουργεί πεισματικά, βλέποντας τον εαυτό του ως «εργάτη της τέχνης», παρότι ζει σ’ ένα σπίτι όπου δέκα γυναίκες, υπηρέτριες και πρώην μοντέλα, τον φροντίζουν και τον αποκαλούν με θαυμασμό αφέντη. Οταν στο καταφύγιό του μπει η δροσερή, φιλόδοξη και τολμηρή Αντρέ, το τελευταίο μοντέλο της ζωής του, ο Ρενουάρ θα δει την έμπνευσή του να ξανανιώνει. Παράλληλα, ο γιος του, Ζαν Ρενουάρ, που επιστρέφει στο σπίτι για ν’ αναρρώσει από τα τραύματα του πολέμου, θα βρει επίσης στην Αντρέ τη μούσα, που θα τον ωθήσει να γίνει σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Καθώς ένας σπουδαίος καλλιτέχνης σβήνει, ένας άλλος γεννιέται.

Ο Ζιλ Μπουρντός σκηνοθετεί μια ακαδημαϊκή ταινία με σοβαρότητα, βαρύτητα και προσοχή στη λεπτομέρεια, ένα φιλμ που έκανε την πρεμιέρα του στο Ενα Κάποιο Βλέμμα του Φεστιβάλ Κανών κι αποτέλεσε την επίσημη πρόταση της Γαλλίας για το Ξενόγλωσσο Οσκαρ.

Μέσα από τα κάδρα του και τη φωτογραφία του Ταϊβανέζου Μαρκ Λι Πινγκ-Μπινγκ, η ζωγραφική του ιμπρεσιονιστή καλλιτέχνη παίρνει ανάσα και ανθρώπινη ζεστασιά, μια και οι εικόνες της ταινίας αναπαράγουν πιστά τους πίνακές του. Η ταινία παρατηρεί διακριτικά τους ήρωές της, χωρίς εντάσεις, χωρίς μεγάλο ενδιαφέρον για τους χαρακτήρες τους, τοποθετώντας έναν μυθικό παράδεισο που φορά παρωπίδες, δίπλα στο μέτωπο του πολέμου.

Η «ακίνητη» τέχνη τελειώνει και η κινούμενη τέχνη του σινεμά είναι έτοιμη ν’ απογειωθεί, ψιθυρίζει η ταινία, αντιπαραβάλλοντας διαρκώς τα σκεβρωμένα γηρατειά με τα ζουμερά νιάτα, αλλά η φωνή της είναι τόσο απαλή και ευγενική, που συχνά τα ξεσπάσματα έντασης στη μουσική του Αλεξάντρ Ντεπλά είναι ευπρόσδεκτη αφύπνιση.

Περισσότερο από τους συμπρωταγωνιστές της, η Κριστά Τερέ κερδίζει τα εύσημα για το ταμπεραμέντο στην ερμηνεία της και φυσικά την πορφυρή ομορφιά της, σε μια ταινία που θα ωφελούνταν από μια παραπάνω φλόγα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε τη γνώμη σας !

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...