Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Τζιμ Τζάρμους: «Προτιμώ μια από τις νέες ελληνικές ταινίες από ένα blockbuster»

Στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης μίλησε για το νέο ελληνικό σινεμά που τον ενθουσιάζει, τους Έλληνες φίλους του, τον Lou Reed, τα βαμπίρ και... τον Νίκολα Τέσλα

Ψηλός, αδύνατος, με λευκά μαλλιά αλλά παιδικό πρόσωπο, ο Αμερικανός σκηνοθέτης Τζιμ Τζάρμους, που αισίως έκλεισε τα εξήντα, είναι σαν ένας έφηβος με λευκή κόμη και το ζωηρό του βλέμμα... πετάει σπίθες. Στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης μίλησε για το νέο ελληνικό σινεμά που τον ενθουσιάζει, τους Έλληνες φίλους του, τον Lou Reed, τα βαμπίρ και... τον Νίκολα Τέσλα!

Με την επιβλητική του παρουσία, με τα λευκά μαλλιά αλλά το παιδικό πρόσωπο πλησιάζει με μεγάλες δρασκελιές τους δημοσιογράφους και χαμογελάει πλατιά.

O Τζάρμους επιστρέφει φέτος με το «Μόνοι οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί», μια ταινία για... βρυκόλακες. Είναι μια ταινία για την αγάπη και τον ατέρμονο χρόνο. Μιλώντας για την κρίση ο Jarmusch -που μέχρι πρόσφατα είχε δική του εταιρία παραγωγής- ξεκαθαρίζει «Οι ταινίες είναι πολύ δύσκολη φόρμα τέχνης και με την κρίση όλο και περισσότερο δυσκολεύουν τα πράγματα να τις χρηματοδοτήσεις αν δεν είναι δημοφιλείς και mainstream. Αλλά εγώ ήρθα εδώ και μαθαίνω συνεχώς για σκηνοθέτες στην Ελλάδα που δεν έχουν καθόλου λεφτά και φτιάχνουν πολύ καλές ταινίες».

Για το δικό του στάτους, καθώς πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως έναν από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, λέει γελώντας: «Ε καλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος για αυτό, μην υπερβάλλουμε. Οκ, η αλήθεια είναι οτι ίσως έχω οπαδούς στα περιθώρια. Αλλά μου αρέσει να βρίσκομαι εκεί. Τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που βλέπω και κάνω είναι στα περιθώρια. Εκτός mainstream κουλτούρας. Είναι πάντα πιο προοδευτικά. Εγώ είμαι εκεί κάπου στα περιθώρια, αλλά ξέρω πάρα πολλούς σκηνοθέτες που είναι εντελώς εκτός περιθωρίων, είναι πιο γενναίοι από εμένα και τους θαυμάζω πολύ για αυτό».

Ο αιρετικος σκηνοθέτης είναι διάσημος για τη ρήση του το 2005: «Κλέψτε από παντού, τίποτα δεν είναι αυθεντικό». Άραγε την υιοθετεί ακόμα ως τρόπο σκέψης για την δουλειά του; «Χμ, ίσως η λέξη κλέψτε να μην ήταν και η καλύτερη. Αυτό που θέλω να πω είναι οτι ελάχιστα πράγματα είναι αυθεντικά, ο καθένας επηρεάζεται από κάτι και οι ιδέες είναι αλληλένδετες η μία με την άλλη, και είναι δημιουργικές όταν εμπνέουν άλλους και πηγαινοέρχονται σαν... κύματα στη θάλασσα!». Έτσι, εξάλλου, ξεκίνησε στη Νέα Υόρκη όπου όλοι αντάλλασαν ιδέες και επηρεάζονταν από τις δουλειές των γύρω τους. Ο ζωγράφος Basquiat, η ομάδα Squat Theatre, ο Lou Reed. «Ο θάνατος του Lou Reed είναι μια μεγάλη απώλεια για την μουσική και για τη Νέα Υόρκη. Για μένα ήταν πάρα πολύ σημαντικός καλλιτέχνης και παρ' όλο που δεν ήμασταν κολλητοί φίλοι, όσες φορές φάγαμε μαζί ή συζητήσαμε αποτελούσε μια μεγάλη έμπνευση για μένα. Αλλά ευτυχώς υπάρχει η μουσική του που θα μείνει στην ιστορία. Για αυτό λέω “long live Lou Reed”».

Μιλώντας για τον «ανεξάρτητο αμερικανικό κινηματογράφο» δηλώνει: «Δεν είμαι καθόλου σίγουρος πια τι είναι αυτό, γιατί τελευταία χρησιμοποιείται στην Αμερική σαν διαφημιστικό εργαλείο. Και σίγουρα από την στιγμή που ξεκίνησα εγώ να κάνω ταινίες έχουν αλλάξει πολλά. Φυσικά έχει αλλάξει ο τρόπος που χρηματοδοτούνται οι ταινίες. Ποιό είναι το μέλλον; Δεν ξέρω. Ίσως ο ελληνικός τρόπος, με το ελληνικό new weird greek wave κινηματογράφο, να είναι το μέλλον. Όταν ήμουν νέος, είχαμε βαρεθεί την γλαφυρότητα στον κινηματογράφο. Και είχαμε αρχίσει να ξεγυμνώνουμε τις ταινίες, ώσπου έμεναν τα απολύτως απαραίτητα. Αυτό βλέπω σε όλες αυτές τις νέες ελληνικές ταινίες τώρα. Με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο λοιπόν να δω μια ελληνική ταινία που κόστισε 200,000 ευρώ από μια υπερπαραγωγή δισεκατομμυρίων όπως ας πούμε το Great Gatsby. Αλλά αυτό είναι δική μου άποψη». «Πάντως εντυπωσιάζομαι που υπάρχουν όλοι αυτοί οι “κήποι” κινηματογράφου, εκτός των κλασσικών κέντρων ταινιών, όπως το Ιράν, η Ρουμανία, η Ελλάδα» προσθέτει χαμογελώντας.

Ο χρόνος παίζει σημαντικό ρόλο στις ταινίες του, από το Stranger than Paradise, το Mystery Train, Night on Earth μέχρι και την τωρινή του. «Δεν θέλω να υπεραναλύω τις ταινίες μου με τρομάζει αυτό. Ναι προφανώς και υπάρχει το θέμα του χρόνου, αλλά δεν το κάνω συνειδητά. Δεν προσπαθώ να φτιάξω μια ταινία-μηχανή του χρόνου, θα ήταν πολύ ψωνισμένο».

Θα έκανε ποτέ τηλεόραση; «Ναι φυσικά και το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον μέσο την τηλεόραση. Υπάρχει μόνο ένα μικρό πρόβλημα. Εγώ έχω συνηθίσει να είμαι ελεύθερος στις επιλογές μου και να διαλέγω χωρίς κανένα περιορισμό πως θα κάνω μια ταινία και με ποιούς θα την κάνω. Αν μου στερούσε η τηλεόραση αυτή την ελευθερία (που υποψιάζομαι οτι μπορεί να το έκανε) δεν θα μπορούσα να δουλέψω σε αυτό το μέσο». Βλέπει τηλεόραση; «Όχι γιατί φοβάμαι μην εθιστώ. Βασικά το πρόβλημα μου είναι ο εθισμός με τις σειρές. Είχα ξεκινήσει να βλέπω την σειρά The Wire και δεν μπορούσα να ξεκολλήσω! Οπότε πλέον βλέπω μόνο ένα επεισόδιο από κάθε σειρά. Ένα επεισόδιο Breaking Βad, ένα Mad Men απλά για να ξέρω περί τίνος πρόκειται. Προτιμώ να βλέπω παλιές ταινίες, ή περίεργες ταινίες. Είμαι ένα πραγματικό film nerd (σπασικλακι ταινιών)».

Δηλώνει ευγνώμων προς τους Έλληνες, αν και παραδέχεται οτι από αυτούς που πρωτογνώρισε πήρε μια κακή ιδέα. «Όταν ο παραγωγός μου, ο Bart Walker, μου είπε θέλω να σου γνωρίσω έναν ενδιαφέροντα Έλληνα παραγωγό, του λέω “ωχ θα είναι κανένας που θέλει να πάει σε πάρτι και να γνωρίσει την Πάρις Χίλτον”. Μου είπε όχι δεν είναι έτσι. Ήμουν πολύ αγενής πριν γνωρίσω τον Χρήστο Κωνασταντακόπουλο (συν-παραγωγό του Οι Εραστές). Τελικά συμφώνησα να τον γνωρίσω, βγήκαμε για φαγητό και είδα έναν άνθρωπο με εκπληκτικές γνώσεις, τις ίδιες απόψεις με μένα για το σινεμά, τις ταινίες, κοινό μίσος για τον Σαίξπηρ, λατρεία για την μουσική. Ξέρει τόσα πολλά πράγματα, είναι ένας φύλακας άγγελος που μας έσωσε τελευταία στιγμή, γιατί χωρίς την συμβολή του η ταινία αυτή δεν θα είχε γίνει πραγματικότητα. Αλλά θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ και στον Δημήτρη Εϊπίδη, τον διευθυντή του Φεστιβάλ. Είναι ο άλλος άγγελος, ένας θρύλος του σινεμά που όλοι εμείς οι σκηνοθέτες στο εξωτερικό τον ξέρουμε, μιλάμε για το πόσο παθιασμένος είναι με το σινεμά και πόσα πολλά ξέρει. Είναι δάσκαλος».

Το “Μόνοι οι Εραστές μένουν ζωντανοί” η τελευταία του ταινία που θα προβληθεί σύντομα στους κινηματογράφους, μιλάει για ένα ζευγάρι από βρυκόλακες που είναι ζευγάρι... για πάντα. Η ιστορία δεν είναι μια ταινία τρόμου, αλλά μια ταινία για την αγάπη και την συνειδητότητα της ύπαρξης.

«Ένα μεγάλο κομμάτι της ταινίας είναι για την συνειδητότητα. Η ζωή στην γη είναι μια στιγμή στην αιωνιότητα, αλλά εγώ θέλω να ζήσω όσο το δυνατόν περισσότερο» δηλώνει. «Και το πιο όμορφο πράγμα στην ζωή είναι η ανθρώπινη φαντασία. Εμένα αυτό είναι το ναρκωτικό μου, γιατί όλα τα υπόλοιπα τα δοκίμασα και δεν μου κάνουν».

Ο Τζάρμους το 2010, συνεργάστηκε σε μια όπερα για τον Νίκολα Τέσλα, κάτι που παραξένεψε πολλούς. «Ο Νίκολα Τέσλα έδωσε απίστευτες εφευρέσεις στην ανθρωπότητα στον ηλεκτρισμό και τον μαγνητισμό. Πολλά από αυτά που θεωρούμε δεδομένα είναι δικές του εφευρέσεις. Και στο τέλος έμεινε στο περιθώριο, τον θεώρησαν τρελό και πέθανε πάμφτωχος. Το θέμα για μένα είναι να ξέρουμε γιατί. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν η δωρεάν ενέργεια για όλους. Αυτός ήταν ο σκοπός του και για αυτό τον περιθωριοποιήσανε. Οι εταιρείες που διαχειρίζονται την ενέργεια θέλανε να χρεώνουνε για αυτήν, ενώ ο Τέσλα πάλευε για δωρεάν ενέργεια για όλους. Κέρδισαν αυτοί και ο κρυπτο-φασισμός τους. Αποφασίσανε για όλους μας και πια πληρώνουμε για τον ηλεκτρισμό, χρησιμοποιούμε ακόμα αμάξια που καταστρέφουν τον πλανήτη ενώ υπάρχουν άλλα πιο φιλικά στο περιβάλλον. Εγώ προσπάθησα να μιλήσω για αυτό γιατί δεν πρέπει να ξεχαστεί ο Τέσλα, ούτε οι εφευρέσεις του αλλά κυρίως ούτε οι ανθρωπιστικές του ιδέες».

Η ταινία Μόνοι οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί, του Jim Jarmusch βγαίνει στους κινηματογράφους στις 2 Ιανουαρίου του 2014 από την Feelgood.

Ποιος είναι ο Τζιμ Τζάρμους


Ο Τζιμ Τζάρμους είναι ένας “καλτ” σκηνοθέτης με φανατικό κοινό. Γεννημένος στο Οχάιο της Αμερικής, ο Jim ήταν πολύ τυχερός από μικρός. Το μεσαίο παιδί μιας μεσοαστικής οικογένειας, είχε την εύνοια της κριτικού κινηματογράφου μητέρας του, που τον άφηνε να δει ταινίες στις μεσημεριανές προβολές του σινεμά της γειτονιάς. Ο Τζάρμους εθίστηκε στο σινεμά, αλλά νόμιζε πως ήθελε να γίνει δημοσιογράφος και να παίζει κιθάρα. Όταν βαρέθηκε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, πήγε στη Νέα Υόρκη, στο πανεπιστήμιο Columbia με την σκέψη οτι θα γίνει ποιητής. Την τελευταία του χρονιά στο πανεπιστήμιο, μετακόμισε για πρακτική στο Παρίσι, όπου εν τέλει έμεινε δέκα μήνες και έβλεπε συνεχώς ταινίες στη Cinematheque Francaise.

Γύρισε στη Νέα Υόρκη, παίζοντας μουσική από εδώ και εκεί και πριν αποφοιτήσει έκανε την πρώτη του ταινία με τίτλο Permanent Vacation. Η ταινία πήγε στο Φεστιβάλ του Μάνχάιμ και κέρδισε το πρώτο της βραβείο. Κάπου εκεί ο Jarmusch κατάλαβε ότι εκτός από καλός μουσικός, ίσως έχει και καλή σκηνοθετική ματιά. Και πήρε το θάρρος να γυρίσει την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το πλέον εμβληματικό φιλμ, Stranger than Paradise, που ενθουσίασε κριτικούς και έσπασε πολλά ταμπού σκηνοθεσίας, κερδίζοντας το βραβείο Camera D'Or στις Κάννες. Ένας μεγάλος σκηνοθέτης ήταν στην αρχή μιας εκπληκτικής καριέρας.

ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε τη γνώμη σας !

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...