Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

«Η Γυναίκα του Πέμπτου» στις 22 Μαρτίου στους κινηματογράφους

«Η Γυναίκα του Πέμπτου» βγαίνει στις 29 Μαρτίου στους κινηματογράφους και ο σκηνοθέτης Πάβελ Παβλικόφκι με τον πρωταγωνιστή Ιθαν Χοκ μιλούν για τη ταινία μυστηρίου που ξεχωρίζει αυτό τον μήνα.


Ο Ίθαν Χοκ υποδύεται τον  Αμερικανό συγγραφέας Τομ Ρικς που έρχεται στο Παρίσι αποφασισμένος να διεκδικήσει την παλιά του ζωή και να ξανακερδίσει την αγάπη της γυναίκας και της κόρης του. 

Τα πράγματα όμως δεν πηγαίνουν όπως θα ήθελε και καταλήγει σε ένα υποβαθμισμένο ξενοδοχείο των προαστίων, αναγκασμένος να δουλεύει σαν νυχτοφύλακας για να κερδίσει τα προς το ζην. Τότε γνωρίζει τη Μάργκιτ (Κρίστιν Σκοτ Τόμας), μια όμορφη αλλά μυστηριώδη ξένη. Η έντονη και παθιασμένη σχέση τους, όμως, δείχνει να πυροδοτεί μια σειρά από ανεξήγητα γεγονότα, σα να υπάρχει μια σκοτεινή δύναμη που να ελέγχει ολόκληρη τη ζωή του.
 
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ, ΠΑΒΕΛ ΠΑΒΛΙΚΟΦΣΚΙ, ΚΑΙ ΤΟΝ ΙΘΑΝ ΧΟΚ.

Τα μυθιστορήματα του Ντάγκλας Κένεντι είναι απολαυστικά θρίλερ όταν τα διαβάζει κανείς. Το συγκεκριμένο όμως βιβλίο δεν ήταν ό,τι πιο εύκολο για να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη.

ΠΑΒΕΛ ΠΑΒΛΙΚΟΦΣΚΙ: Πράγματι, αλλά στην ουσία ποτέ δεν το σκέφτηκα σαν ακριβή μεταφορά, για μένα ήταν πάντα μια καλή αφετηρία για ένα έργο που θα ανέπτυσσε τη δική του εσωτερική λογική. Από μια άποψη η ιστορία είναι μια καταγραφή της ψυχολογικής αποσύνθεσης: η ιστορία ενός άντρα που διαλύεται και γίνεται σχιζοφρενής. Το συγκεκριμένο θέμα με απασχολούσε για πολύ καιρό και είχα ξεκινήσει να γράφω ένα σενάριο πάνω σε αυτό. Το βιβλίο του Ντάγκλας όμως πρότεινε έναν πιο ενδιαφέροντα τρόπο αντιμετώπισης του θέματος. Ένιωσα ότι θα μπορούσε να γίνει μια ενδιαφέρουσα περιπέτεια και σ’ αυτό συμφώνησαν και οι παραγωγοί της Haut et Court. Οπότε σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε να πάρουμε σα βάση τα κύρια συστατικά του βιβλίου και να τα αναμίξουμε με νέα στοιχεία ώστε να δημιουργήσουμε κάτι διαφορετικό.

Πώς προσεγγίζετε γενικά τις κινηματογραφικές μεταφορές από τη λογοτεχνία;

ΠΠ: Αρκετά ελεύθερα. Στην ταινία ‘Το Καλοκαίρι του Ερωτά μου’ είχα και πάλι σαν αφετηρία ένα μυθιστόρημα, που στην πορεία όμως μετεξελίχθηκε σε κάτι διαφορετικό. Για μένα τα βιβλία είναι ένα σημείο εκκίνησης, όπως τα αποκόμματα από τις εφημερίδες, τα όνειρα ή τις εμπειρίες από το παρελθόν. Σου δίνουν στοιχεία: κάποιους χαρακτήρες, ένα τοπίο, μια ενδιαφέρουσα κατάσταση… Στο τέλος όμως η ταινία πρέπει να βρει τη δική της ανεξάρτητη λογική και τη δική της γλώσσα. Αν παραμένει πιστή στο βιβλίο δεν είναι υπέρ της.

Πώς δουλεύετε το σενάριο;

ΠΠ: Οι ταινίες είναι μια συλλογική και μάλλον μυστηριώδης διαδικασία, ένα ταξίδι που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί στο γραφείο. Στην αρχή χρειάζομαι μια αφετηρία, μια συνολική ιδέα, δύο ή τρεις χαρακτήρες με δραματικές δυνατότητες, παράδοξους ή αντιθετικούς. Στη συνέχεια γράφω και ξαναγράφω. Βρίσκω τους ηθοποιούς και τις τοποθεσίες, τραβάω φωτογραφίες και γράφω ξανά με πρόσωπα και εικόνες στο μυαλό μου. Δοκιμάζω καταστάσεις με τους παραγωγούς ή τους φίλους μου. Όταν εμπλέκεται ο καλλιτεχνικός διευθυντής και ο διευθυντής φωτογραφίας γράφω ξανά. Είναι μια διαδικασία παρόμοια με τη λογοτεχνική συγγραφή αλλά δεν είναι λογοτεχνία.

Φλερτάρετε με τους κώδικες συγκεκριμένων κινηματογραφικών ειδών;

ΠΠ: Δεν ξέρω αν η λέξη «φλερτάρω» εκφράζει ακριβώς αυτό που κάνω. Τα θρίλερ κινηματογραφούνται με τέτοιο τρόπο ώστε ο θεατής να καταλαβαίνει γρήγορα πού παίζεται το παιχνίδι. Το φιλμ Η Γυναίκα του Πέμπτου όμως δεν σου δίνει αντίστοιχες λαβές, δεν δηλώνει κάτι ξεκάθαρα, οι καταστάσεις γίνονται παράξενες και τρομακτικές χωρίς σχεδόν να το καταλαβαίνεις. Κι ενώ το έργο είναι μια νέα αφετηρία για μένα, ταυτόχρονα δεν διαφέρει πολύ από τις άλλες μου ταινίες: λίγες αλλά προσεκτικά διαλεγμένες τοποθεσίες, περιορισμένη πλοκή και ένας κεντρικός χαρακτήρας μέσα από τον οποίον βλέπουμε τον κόσμο.

Ο κόσμος στην προκειμένη περίπτωση είναι το Παρίσι. Ένα Παρίσι κάπως παράξενο, αλλά ταυτόχρονα πολύ αληθινό.

ΠΠ: Έχω την τάση να χρησιμοποιώ το τοπίο σαν πνευματικό χώρο. Δεν με ενδιαφέρει ο κόσμος όπως είναι πραγματικά, δεν ήθελα να «δείξω» το Παρίσι. Χρησιμοποιώ πραγματικά μέρη και τα απογυμνώνω, προσπαθώντας να βρω κάτι διαχρονικό, ονειρικό ή νοσταλγικό. Το κλειδί είναι η συναισθηματική κατάσταση του ήρωα και το πώς βλέπει εκείνος τον κόσμο. Το πρόβλημα με το Παρίσι είναι ότι δύσκολα βρίσκεις μέρη του που να μη θυμίζουν τον κλισέ του εαυτό. Με τον περιπετειώδη σκηνογράφο μου, Μπενουά Μπαρού, κάναμε ατέλειωτες βόλτες με το μηχανάκι για να βρούμε κάτι ασυνήθιστο. Ήθελα ένα Παρίσι που δεν ήταν στην πραγματικότητα το Παρίσι αλλά η ανατολική Ευρώπη της δεκαετίας του ’70.

Είσαστε Πολωνός, μένετε στο Λονδίνο, δεν έχετε ζήσει ποτέ στο Παρίσι. Νιώθετε κάποια συγγένεια με τον πρωταγωνιστή σας, που βρίσκεται μόνος μέσα σε μια άγνωστη για αυτόν πόλη;

ΠΠ: Είναι μια κατάσταση που μου είναι οικεία. Φτάνεις σε μια νέα και μεγάλη πόλη όπου δεν ξέρεις τους κανόνες του παιχνιδιού. Τη μια στιγμή αισθάνεσαι δυνατός και την επόμενη χαμένος. Υποψιάζεσαι κακές προθέσεις στους ανθρώπους, ότι μπορεί να θέλουν να σε κλέψουν ή να σχεδιάζουν κάτι κακό για σένα. Και πάντα φέρεις μαζί τις προσωπικές σου «αποσκευές». Το Παρίσι στην ταινία έχει να κάνει με το πώς σκέφτεται ο Τομ. Αυτό χρωματίζει όλα όσα βλέπουμε.

Προσπαθήσατε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων να τον κάνετε πιο αρεστό; Ή να παίξετε με την ιδέα ότι κάπως κρύβεται ή ακόμα ότι δεν έχει επίγνωση των πράξεών του;

ΠΠ: Απόλυτα. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Οι θεατές έπρεπε να αισθανθούν κοντά στον ήρωα και σιγά-σιγά να συνειδητοποιήσουν ότι δεν γίνεται να τον εμπιστεύονται, ότι υπάρχει κάτι περίεργο ή ακόμα και μοχθηρό στο χαρακτήρα του. Το δύσκολο σημείο ήταν να μην υπάρχει μια συγκεκριμένη στιγμή όπου το κοινό ανακαλύπτει ότι ο ήρωας δεν είναι αυτός που νόμιζε. Να το ανακαλύπτει ο κάθε θεατής στο χρόνο του. Αλλά ακόμα και τότε, να παραμένει στο πλευρό του ήρωα μέχρι το τέλος. Ο Ίθαν Χοκ ήταν ο ιδανικός για αυτό που ζητούσα. Ξεχειλίζει από ειλικρίνεια, θαλπωρή, γενναιοδωρία, και παρά τα 40 του χρόνια δεν έχει χάσει την εφηβική του ευθύτητα. Τον εμπιστεύεσαι, σε παρασύρει. Επιπλέον είναι έξυπνος και ικανός με το λόγο. Είναι δύσκολο να υποδυθείς το συγγραφέα αν δεν είσαι μιας κάποιας νοημοσύνης. Και ο Ίθαν είναι πράγματι συγγραφέας – αυτόν τον καιρό γράφει το τρίτο του βιβλίο.

 (Στην κουβέντα μπαίνει ο Ίθαν Χοκ, μέσω online σύνδεσης – βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, ενώ η συνέντευξη πραγματοποιείται στο Παρίσι)

Λοιπόν πώς γνωριστήκατε;

ΙΘΑΝ ΧΟΚ: Είχε έρθει ο Πάβελ να με βρει στο Old Vic που έπαιζα. Εγώ δεν τον γνώριζα τότε, η συμπρωταγωνίστριά μου όμως στο θέατρο μου είπε ότι ήταν το πιο hot όνομα σκηνοθέτη. Μετά συναντηθήκαμε σε μια άλλη μου παράσταση, στο Royal Court. Μέχρι τότε είχα προλάβει να δω τις ταινίες του και ήθελα να δουλέψω μαζί του. Ξανασυναντηθήκαμε στη Νέα Υόρκη και κάθε φορά πηγαίναμε κι ένα βήμα πιο μπροστά με το έργο. Συμμετείχα πραγματικά στη δημιουργία του και κατέληξε να γίνει ένας από τους αγαπημένους μου ρόλους.

Ποια ήταν η πρώτη σας εντύπωση από το χαρακτήρα σας;

ΙΧ: Για να είμαι ειλικρινής, ούτε εγώ αλλά ούτε και ο Πάβελ ήμασταν προϊδεασμένοι για το χαρακτήρα του Τομ. Σε πολλά σημεία είχα ερωτηματικά για την αληθινή του προσωπικότητα. Σταδιακά όμως ξεκαθάρισε. Κάναμε μεγάλες κουβέντες με τον Πάβελ πάνω στο σενάριο προτού αρχίσουν τα γυρίσματα. Ανταλλάξαμε ιδέες και ανακαλύψαμε ποιος ήταν ο Τομ. Για μένα, ένα από τα στοιχεία που τον περιγράφουν είναι η ανάγκη του να γίνει ιδανικός πατέρας. Όλοι έχουμε τη δική μας ιδέα για αυτό, η καθημερινότητα όμως μας εμποδίζει να το καταφέρουμε. Είναι κάτι που με απασχολεί πολύ σε αυτή τη φάση της ζωής μου.

ΠΠ: Η σύγκρουση ανάμεσα στην αγάπη, τη δουλειά, το εγώ… Το να θέλεις ασυμβίβαστα πράγματα, να μη μπορείς να διαλέξεις ή να συμβιβαστείς, να μοιράζεσαι στα δύο… όλοι μπορούμε να σχετιστούμε με κάτι τέτοιο.

Αισθανθήκατε σα να βρισκόσασταν μέσα σε ένα λαβύρινθο;

ΙΧ: Αυτή η λέξη περιγράφει ακριβώς την αίσθηση. Ο χαρακτήρας έχει μπλεχτεί σε ένα λαβύρινθο: παίρνει ένα δρόμο που δεν οδηγεί πουθενά και προσπαθεί να βρει μια έξοδο χωρίς να ξέρει από πού μπήκε.

Με την ερμηνεία σας προσπαθήσατε να κρατήσετε τους θεατές με το μέρος σας;

ΙΧ: Σίγουρα ο Τομ παραμένει συμπαθής. Στην πράξη υπηρέτησα το όραμα του Πάβελ, εκείνος έδωσε μορφή στους χαρακτήρες. Στον κινηματογράφο ο ηθοποιός δεν χτίζει μόνος του το χαρακτήρα του. Πρέπει να εμπιστευτεί τους άλλους για να τον δημιουργήσουν μαζί. Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια ήταν μια πολύ πιο εσωτερική διαδικασία γιατί όλο το έργο γυρίστηκε μέσα από τη ματιά του χαρακτήρα. Έτσι ο ηθοποιός και ο σκηνοθέτης γίνονται ένα.

Έχετε ξαναδουλέψει με αυτόν τον τρόπο;

ΙΧ: Ποτέ! Γίναμε όμως μια καλή ομάδα και ένιωσα σα να ανακάλυπτα το έργο μαζί με τον Πάβελ. Επίσης η ιστορία είχε μια γερή βάση: το χαρακτήρα της Μάργκιτ. Η προσωπικότητά της είναι ξεκάθαρη: «σεξ, θάνατος, φάντασμα, ζωή, μητέρα». Αυτά την κάνουν ελκυστική για τους άλλους.

ΠΠ: Ναι, λειτουργεί σα μαγνήτης. Ο χαρακτήρας της μπορεί να είναι αινιγματικός, το πώς λειτουργεί όμως για την ιστορία είναι ξεκάθαρο.

ΙΧ: Η Κρίστιν Σκοτ Τόμας είναι από τους λίγους ηθοποιούς που ενσαρκώνουν την ουσία του κινηματογράφου. Έχει μια απίστευτη παρουσία, έναν ιδιαίτερο αισθησιασμό, μια φυσική κομψότητα. Είναι εμπειρία να παίζεις με μια τέτοια ηθοποιό. Κάνει τα πάντα να μοιάζουν εύκολα. Με άλλους ηθοποιούς πρέπει να δουλέψεις πολύ σκληρά για να φτάσεις σε αυτό το σημείο. Χρειάζονται εξαιρετικούς φωτισμούς, ένα πολύ δυνατό κείμενο. Ο χαρακτήρας της Μάργκιτ όμως είναι πάνω από όλα συμβολικός και πολλοί ηθοποιοί δεν μπορούν να υποδυθούν κάτι τέτοιο.

Ιδιαίτερα η σκηνή όπου μιλάει για τις ρίζες της είναι πολύ δυνατή.

ΠΠ: Δεν ήθελα να δώσω πολλές πληροφορίες. Είναι και ζήτημα ρυθμού. Πιστεύω ότι η κάθε σκηνή πρέπει να έχει μουσικό ρυθμό, δεν παίζει ρόλο μόνο το νόημα των λέξεων. Για μένα το σινεμά είναι σε μεγάλο βαθμό μία αίσθηση ρυθμού. Γενικά θέλησα να κάνω μία ιδιαίτερη δουλειά που θα υπνωτίζει τους θεατές ώστε να αφήσουν στην άκρη για λίγο τις προσδοκίες τους, να ξεχάσουν τα συνήθη ερωτήματα και να παρασυρθούν από αυτό το μυστηριώδες ταξίδι. Ελπίζοντας ότι στην πορεία θα αναγνωρίσουν και ένα κομμάτι του εαυτού τους.

Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΠΑBΕΛ ΠΑBΛΙΚΟΦΣΚΙ

Διακρίσεις:
Το Τελευταίο Καταφύγιο’: Υποψήφιος για Βραβείο BAFTA - Most Promising Newcomer
Σκηνοθετικό ντεμπούτο: ‘Το Τελευταίο Καταφύγιο (2000)
Άλλες ταινίες: Το Καλοκαίρι του Ερωτά μου’ (Βραβείο BAFTA Καλύτερης Βρετανικής Ταινίας της Χρονιάς).
Άλλα στοιχεία: Είναι καταξιωμένος σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ, με πολλά βραβεία στο ενεργητικό του. Μερικά από τα πιο σημαντικά ντοκιμαντέρ του είναι τα:Vaclav Havel’, ‘From Moscow to Pietushki’, ‘Serbian Epics’, ‘Dostoevsky’s Travels’, ‘Tripping with Zhirinovsky’, ‘Charlie Chaplin and the Cossack Gold’.


ΙΘΑΝ ΧΟΚομ Ρικς)
Διακρίσεις:
        Ημέρα Εκπαίδευσης’Υποψήφιος για Όσκαρ ΒΑνδρικού Ρόλου
        ‘Πριν το Ηλιοβασίλεμα’: Υποψήφιος για Όσκαρ Σεναρίου
Σημαντικότερες ταινίες: New York, I Love You’, ‘Η Σκοτεινή Πλευρά του Νόμου’, ‘Πριν ο Διάβολος Καταλάβει ότι Πέθανες’, ‘Fast Food Nation’, ‘Επίθεση στο Σταθμό 13’, ‘Κυρίαρχος του Παιχνιδιού’, ‘Κλεμμένες Ζωές’, ‘Tape’, ‘Waking Life’, ‘Άμλετ’, ‘Χιόνι Πάνω στους Κέδρους’, ‘Μεγάλες Προσδοκίες’, ‘Γκάτακα’, ‘Πριν το Ξημέρωμα’, ‘Νέοι, Ωραίοι και Άνεργοι’, ‘Οι Επιζήσαντες’, ‘Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών’.
Άλλα στοιχεία: Εκτός από ηθοποιός είναι επίσης σεναριογράφος, σκηνοθέτης θεάτρου και κινηματογράφου αλλά και συγγραφέας. Έχει σκηνοθετήσει δύο ταινίες (‘Αληθινός Ερωτας’ και ‘Chelsea Walls’) και έχει γράψει δύο μυθιστορήματα (The Hottest State και Ash Wednesday).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε τη γνώμη σας !

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...