Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

"Οι Αναλώσιμοι" στο Λονδίνο

Ο Σιλβέστερ Σταλόνε, ο Τζέισον Στέιθαμ και ο Ντολφ Λούντγκρεν, πρωταγωνιστές της ταινίας δράσης “Οι Αναλώσιμοι”, βρέθηκαν ανάμεσα σε αληθινούς ήρωες, κατά την επίσκεψη τους στο 2ο τάγμα του στρατιωτικού σώματος Princess of Wales Royal Regiment. Οι τρεις κινηματογραφικοί αστέρες ξεναγήθηκαν στους στρατώνες του Westminster, όπου έπιασαν αληθινά όπλα στα χέρια τους, υπέγραψαν αμέτρητα αυτόγραφα και έβγαλαν φωτογραφίες με τους στρατιώτες. Μετά την επίσκεψη αυτή, οι ηθοποιοί παραβρεθήκαν στην επίσημη βρετανική πρεμιέρα της ταινίας “Οι Αναλώσιμοι”, περπατώντας στο κόκκινο χαλί του Odeon Leicester Square. “Οι Αναλώσιμοι”, έχοντας κατακτήσει την κορυφή του αμερικανικού box office με εισπράξεις $35 εκατ. από το πρώτο μόλις Σαββατοκύριακο προβολής, ήρθαν και στις ελληνικές αίθουσες.

O Σιλβέστερ Σταλόνε επιστρέφει με ένα προσωπικό project, στο οποίο υπογράφει το σενάριο και την σκηνοθεσία, ενώ έχει αναλάβει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Τον πλαισιώνει ένα εντυπωσιακό cast, που περιλαμβάνει τους Μίκι Ρουρκ ("The Wrestler"), Τζετ Λι ("The Mummy 3"), Τζέισον Στέιθαμ ("Transporter"), Έρικ Ρόμπερτς ("The Dark Knight"), Ντολφ Λούντγκρεν ("Rocky IV"), αλλά και τους Μπρους Γουίλις και Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ.  

Μια ομάδα έξι άριστα εκπαιδευμένων μισθοφόρων, γνωστή ως "The Expendables", προσλαμβάνεται από τον μυστηριώδη κύριο Τσερτς, με σκοπό να ανατρέψει τον δικτάτορα ενός νησιού, που βρίσκεται κοντά στη Βραζιλία. Στο κατόπι τους όμως βρίσκονται ένας πράκτορας της CIA, ο ψυχωτικός σωματοφύλακάς του και ένα πρώην μέλος της ομάδας που αναζητά εκδίκηση.
Ο Σκηνοθέτης & οι Πρωταγωνιστές

Σιλβέστερ Σταλόνε: Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1946 και εγκατέλειψε το κολέγιο πριν καν αποφοιτήσει, για να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού. Αρχικά στάθηκε άτυχος στις διάφορες οντισιόν και γι' αυτό έδωσε περισσότερη βαρύτητα στη συγγραφή σεναρίων. Η πρώτη του εμφάνιση σε πρωταγωνιστικό ρόλο έρχεται με την ταινία "The Lords of Flatbush" το 1974. Τα χρήματα που κερδίζει από αυτή του εξασφαλίζουν το εισιτήριό του για το Χόλιγουντ. Το 1976 κάνει την ταινία "Ρόκι, τα χρυσά γάντια" που σημειώνει μεγάλη επιτυχία και 10 υποψηφιότητες για Όσκαρ (απέσπασε Όσκαρ Σκηνοθεσίας, Μοντάζ και Φωτογραφίας). Ο ίδιος είναι υποψήφιος σε 2 Κατηγορίες: Καλύτερου Α' Ανδρικού Ρόλου και Σεναρίου. Η καριέρα του ακολουθεί από εκεί και πέρα ανοδική πορεία. Ταινίες του: "Ρόκι Νο 2", "Ρόκι Νο 3: Ο θρίαμβος","Ρόκι Νο 4", "Ρόκι, η γιγαντομαχία" "Βίαιοι Δρόμοι", "Ράμπο, το πρώτο αίμα", "Ράμπο ΙΙ: Η αποστολή", "Demolition Man", "Ο μπάτσος της... μαμάς", "Βαρομετρικό Χαμηλό", "Ο Δικαστής Ντρεντ", "Οι Σπεσιαλίστες", "Η ώρα των εκτελεστών", "Cop Land", "D-Tox", "Driven", "Συλλάβετε τον Κάρτερ", "Daylight", "Ρόκι Μπαλμπόα", "Τζον Ράμπο".
Τζέισον Στέιθαμ: Ανήκει στη νεότερη γενιά των ηθοποιών ταινιών δράσης με το ρόλο που ανέλαβε στο "Transporter". Έχει εμφανιστεί επίσης στις ταινίες "Ένας και Μοναδικός", "Απειλή στον Άρη", "Ληστεία αλά Ιταλικά", "Το Γκέττο", "Η Διαδρομή", "Revolver", "Chaos", "Crank", "War", "The Bank Job", "Death Race". Γεννημένος στην Αγγλία, ο Στέιθαμ ήταν ένας από τους καλύτερους δύτες. Ενώ εκπαιδευόταν στο φημισμένο Crystal Palace National Sport Center στο Λονδίνο, παραγωγοί ταινιών και φωτογράφοι τον ξεχώρισαν ως ένα νέο ταλέντο για διαφημιστικά και καμπάνιες περιοδικών. Σε μια από  αυτές τις φωτογραφήσεις συναντήθηκε με τον παραγωγό της ταινίας "Δυο Καπνισμένες Κάνες" του Γκάι Ρίτσι και έτσι πήρε τον πρώτο του ρόλο σε ταινία. Στη συνέχεια εμφανίστηκε στo επόμενo φιλμ του Ρίτσι, "Η Αρπαχτή", δίπλα στους Μπραντ Πιτ και Μπενίσιο Ντελ Τόρο.
Τζετ Λι: Ο διακεκριμένος διεθνώς κινηματογραφικός αστέρας και παγκόσμια αναγνωρισμένος στις πολεμικές τέχνες γεννήθηκε στο Πεκίνο το 1963. Ξεκίνησε μαθήματα της τέχνης του Wushu (πολεμικές τέχνες) σε ηλικία 8 ετών. Μετά από 3 χρόνια, κέρδισε το πρώτο του πρωτάθλημα συμμετέχοντας στην ομάδα Wushu του Πεκίνου. Ως μέρος μιας παγκόσμιας περιοδείας το 1974, είχε την τιμή να συμμετέχει σε έναν αγώνα για τον Πρόεδρο Νίξον στον εξωτερικό χώρο του Λευκού Οίκου. Για τα επόμενα 4 χρόνια, κράτησε τον τίτλο του Εθνικού Πρωταθλητή της Κίνας στο Wushu. Σχεδόν αμέσως μόλις σταμάτησε να ασχολείται με το άθλημα σε ηλικία 17 ετών, του έγιναν πολλές προτάσεις για πρωταγωνιστικούς ρόλους σε ταινίες. Έτσι ξεκίνησε την κινηματογραφική του καριέρα το 1982 με πρωταγωνιστικό ρόλο στο φιλμ "The Shaolin Temple", που είχε και δύο συνέχειες. Κατόπιν ο Λι έκανε πάνω από 20 ταινίες σε Χονγκ Κονγκ και Κίνα. Να αναφέρουμε χαρακτηριστικά τα φιλμ "Once Upon A Time in China", "Bodyguard From Beijing", "My Father is a Hero", "Born to Defence" (το οποίο και σκηνοθέτησε), "Tai Chi Master", "Fist of Legend", "Black Mask". Το 1998 πήγε στην Αμερική όπου και γύρισε την πρώτη του αγγλόφωνη ταινία, το "Φονικό Όπλο 4" του Ρίτσαρντ Ντόνερ. Το 2000 πρωταγωνίστησε στο φιλμ "Ο Ρωμαίος Πρέπει να Πεθάνει" και το 2001 στα "Το Φιλί του Δράκου" και "Ένας και Μοναδικός".  Το 2002 πήρε μέρος στο επιτυχημένο φιλμ του Ζανγκ Γιμού "Ήρωας", που έγινε blockbuster διεθνώς και ήταν υποψήφιο για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας το 2003. Το 2005 συμμετείχε στο "Danny the Dog" του Λουί Λετεριέ, πλάι στους Μόργκαν Φρίμαν και Μπομπ Χόσκινς. Ακολούθησαν οι ταινίες "'Ατρωτος", "War", "Ο Κυρίαρχος", "Το Απαγορευμένο Βασίλειο", "Η Μούμια: Η Αυτοκρατορία του Δράκου".

Ντολφ Λούντγκρεν: Γεννήθηκε το 1957 στη Στοκχόλμη και ήταν γιος μιας μεσοαστικής οικογένειας. Παρά το αρχικό του ενδιαφέρον για τα ντραμς και το να κάνει τον κλόουν σε κωμωδίες του σχολείου, αποφάσισε να ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα και του αδερφού του και να ασχοληθεί με τη μηχανολογία. Αφού ολοκλήρωσε τις στρατιωτικές του σπουδές, μπήκε στο Royal Institute of Technology της Στοκχόλμης, όπου και απέκτησε master στη Χημική Μηχανολογία. Τότε γνώρισε την εξωτική τραγουδίστρια Γκρέις Τζόουνς, την ερωτεύτηκε και αποφάσισε να πάει στη Νέα Υόρκη να ασχοληθεί με το μόντελινγκ για να βγάλει έξτρα χρήματα. Η συμβουλή ενός φίλου του ότι θα του ταίριαζε να κάνει κινηματογράφο, τον οδήγησε τελικά στο να ασχοληθεί με την υποκριτική. Η πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση ήταν το 1985 στην ταινία "Τζέιμς Μποντ: Κινούμενος Στόχος". Παρ' όλα αυτά, η πιο αξιοσημείωτη εμφάνισή του ήταν στο "Rocky IV" την ίδια χρονιά, που τον έκανε ευρέως γνωστό. Με το πέρασμα των χρόνων, ο Λούντγκρεν παρέμεινε πιστός στις πολεμικές τέχνες: "Το καράτε και η καλή φυσική κατάσταση με έχουν κρατήσει αρκετά υγιή σε έναν αρκετά σκληρό και κάποιες φορές απάνθρωπο χώρο", έχει δηλώσει. Εκτός από ηθοποιός, έχει σκηνοθετήσει και 5 ταινίες: "Απόλυτος Προστάτης", "The Mechanik", "Σταυροφόρος Εκτελεστής", "Θανάσιμη Εκτέλεση", "Icarus". Είναι επίσης ιδρυτικό μέλος του "Group of Eight",  μιας θεατρικής ομάδας off-Broadway που ξεκίνησε το 1994. Στον κινηματογράφο έχει πάρει μέρος στις ταινίες "Άμεση Επαφή", "Ανθρωποκυνηγός", "Φονική Καταδίωξη στους Πάγους", "Άμεση Δράση", "Ο Καταστροφέας" κ.ά.

Η Ιστορία

Ο Μπάρνεϊ Ρος (Σιλβέστερ Σταλόνε) είναι ένας άνδρας που δεν έχει τίποτα να χάσει. Ατρόμητος και κενός συναισθημάτων είναι ο αρχηγός, ο σοφός και ικανός για χάραξη στρατηγικής της ικανής και δεμένης ομάδας ανδρών, που ζουν στο περιθώριο. Η μόνη του προσήλωση είναι στο φορτηγό του, στο υδροπλάνο του και στην ομάδα του που αποτελείται από πιστούς σύγχρονους μαχητές. Είναι πραγματικά κυνικός που περιγράφει τη δουλειά του λέγοντας ότι "καθαρίζει τους δύσκολους λεκέδες". Η ομάδα του απαρτίζεται από τους Λι Κρίστμας (Τζέισον Στέιθαμ), πρώην μέλος μυστικών υπηρεσιών και βαθύ γνώστη κάθε αντικειμένου που έχει λεπίδα, Γιν Γιανγκ (Τζετ Λι), μάστερ στις μάχες εξ επαφής, Χέιλ Σίζαρ (Τέρι Κρους), γνωστό του Μπάρνεϊ εδώ και 10 χρόνια και ειδικό στα όπλα με μακριά κάννη, Τολ Ρόουντ (Ράντι Κουτούρ), ειδικό στις ανατινάξεις και διάνοια της ομάδας και, τέλος, Γκάναρ Τζένσεν (Ντολφ Λούντγκρεν), βετεράνο στις μάχες, που παλεύει με τους δικούς του δαίμονες.
Όταν ο μυστηριώδης κύριος Τσερτς (Μπρους Γουίλις) προσφέρει στον Μπάρνεϊ μια δουλειά που κανείς άλλος δεν θα αναλάμβανε, αυτός και η ομάδα του ξεκινούν μια φαινομενικά ρουτινιάρικη αποστολή: να ανατρέψουν τον στρατηγό Γκάζα (Ντέιβιντ Ζάγιας), τον φονικό δικτάτορα του μικρού νησιού της Βιλένα και να βάλουν έτσι ένα τέλος στον θάνατο και την καταστροφή που υπέστησαν οι κάτοικοι. Σε μια αναγνωριστική αποστολή στη Βιλένα, οι Μπάρνεϊ και Κρίστμας συναντούν την επαφή τους, τη Σάντρα (Γκιζέλ Ιτιέ), που κρύβει ένα σκοτεινό μυστικό. Επίσης μαθαίνουν ποιος είναι ο αληθινός τους εχθρός: ο δόλιος Τζέιμς Μονρό (Έρικ Ρόμπερτς), πρώην στέλεχος της CIA, και ο μπράβος του, Πέιν (Στιβ Όστιν). Όταν τα πράγματα πηγαίνουν πραγματικά στραβά, οι Μπάρνεϊ και Κρίστμας αναγκάζονται να αφήσουν πίσω τη Σάντρα, στην ουσία καταδικάζοντάς την έτσι σε θάνατο.
Στοιχειωμένος όμως από αυτή τους την πράξη, ο Μπάρνεϊ πείθει την υπόλοιπη ομάδα να επιστρέψουν στη Βιλένα για να σώσουν τη Σάντρα, που κρατείται όμηρος, και να τελειώσουν τη δουλειά που αυτός ξεκίνησε, αλλά και να σώσουν ίσως μια ψυχή... τη δική του!
 
Η Παραγωγή

ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

Όταν ο Σιλβέστερ Σταλόνε ξεκίνησε να γράφει το σενάριο στο χαρτί (σημείωση: γράφει χρόνια σε χαρτί, δεν δακτυλογραφεί ούτε γράφει σε υπολογιστή!), σκεφτόταν τη νέα του ταινία ως μια καταιγιστική περιπέτεια, με ένα θέμα στο οποίο θα ανταποκρινόταν το κοινό. Όπως εξηγεί, "ήθελα να είναι μια ιστορία με κάποιους άνδρες που δεν είναι συγχρονισμένοι με τον κόσμο όπου ζουν, αλλά ζουν τις ζωές τους με συγκεκριμένο τρόπο. Δεν έχουν οικογένειες, οι προσωπικές τους ζωές είναι σαν ένα εκτροχιασμένο τρένο- το μόνο που έχουν είναι ο ένας τον άλλον." Για έμπνευση, ο Σταλόνε χρησιμοποίησε παλιές ταινίες δράσης, όπως "The Dirty Dozen" και "Dogs of War", ταινίες στις οποίες οι άντρες ήταν άντρες, οι μάχες γίνονταν σώμα με σώμα και η ιστορία ήταν πιστευτή.
"Η δράση είναι δευτερεύουσα για τον Σλάι (Σταλόνε)", εξηγεί ο Κέβιν Κινγκ, ο εδώ και χρόνια παραγωγός ταινιών του Σταλόνε. "Γι' αυτόν το σενάριο πρέπει να έχει "καρδιά" και ιστορία. Αυτά είναι τα δύο κύρια πράγματα που με έχει διδάξει. Αν δεν έχεις καρδιά, δεν έχεις ιστορία, που σημαίνει ότι δεν έχεις ταινία. Για τον Σλάι, δεν σημαίνει τίποτα μια απλή έκρηξη και μόνο", προσθέτει. Και ενώ η δράση σε μια ταινία του Σταλόνε μπορεί να κερδίσει το κοινό, στο "The Expendables" η ιστορία είναι αυτή που υπερισχύει.
Όσο περνούσαν οι μήνες, κι ενώ ο Σταλόνε συνέχιζε να διαμορφώνει την ιστορία, επέστρεφε συνεχώς στο θέμα της λύτρωσης και στην ανάγκη να αποκαλύψει τον εσωτερικό κόσμο του κάθε ήρωα ξεχωριστά. Ήθελε να εξερευνήσει το πάθος τού να ζεις τη ζωή σου στα άκρα, εκθέτοντας τους φόβους και τις αδυναμίες των πρωταγωνιστών. Όμως ο Σταλόνε ήξερε και ότι ως σεναριογράφος και σκηνοθέτης έμπαινε σε άγνωστη περιοχή με αυτό το σενάριο. Δεν υπήρχε ένα γνωστό πρόσωπο, όπως ο Ρόκι ή ο Ράμπο, που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει, γι' αυτό και η μυθολογία του "The Expendables" έπρεπε να χτιστεί από το μηδέν. Επίσης έγραφε σενάριο για ένα πλούσιο καστ ηθοποιών, που δεν έχουν εμφανιστεί ξανά όλοι μαζί στην οθόνη. Πάνω απ' όλα όμως, ο ρόλος του Μπάρνεϊ Ρος, που θα υποδυόταν, είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι' αυτόν.
Ο παραγωγός Άβι Λέρνερ είδε τη δημιουργία του "The Expendables" ως μια ακόμη μεγάλη πρόκληση. "Ο Σλάι είναι ριψοκίνδυνος και πάντα ήταν", ομολογεί ο Λέρνερ. "Η πρώτη ταινία του Ρόκι ήταν ένα ρίσκο γι' αυτόν. Το ίδιο ισχύει και για τον πρώτο Ράμπο. Έτσι και τώρα ήταν ρίσκο να δημιουργήσει έναν νέο χαρακτήρα, να αποκτήσει τη φυσική κατάσταση του ήρωά του, να σκηνοθετήσει και να χειριστεί αυτό το απίθανο καστ και τα δύσκολα εξωτερικά γυρίσματα. Όλα ήταν ρίσκα. Η καριέρα του είναι γεμάτη από ρίσκα και αυτό είναι που τον κάνει είδωλο. Δεν φοβάται τίποτα."

Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ

Από τη στιγμή που ο Σταλόνε είχε το σενάριο που ήθελε, είχε γράψει πάνω από 100 προσχέδια, άλλαξε αρκετά την πορεία της ταινίας και είτε έκοψε ή δούλεψε από την αρχή τους βασικούς χαρακτήρες. Στη διάρκεια γραφής του σεναρίου, είχε στο μυαλό του τους Τζετ Λι και Τζέισον Στέιθαμ για τους ρόλους των Γιανγκ και Κρίστμας αντίστοιχα. Δεν είχε δουλέψει ξανά με κανέναν από τους 2 τους, ήταν όμως φαν της δουλειάς τους και ήξερε τις ικανότητές τους. Για τον Σταλόνε, το να έχει στην ταινία του τον μάστερ των πολεμικών τεχνών Τζετ Λι ήταν ιδιαίτερα σημαντικό. Χωρίς καν να συναντηθούν από κοντά, ο Λι υπέγραψε για τον ρόλο του Γιν Γιανγκ, του Αμερικανο-Βιετναμέζου που προσπαθεί να ζήσει μια άλλη εκδοχή του Αμερικάνικου Ονείρου. Πολεμιστής που μάχεται σώμα με σώμα, που μπορεί να πετάξει στον αέρα προσπαθώντας να επιτεθεί, προτού οι αντίπαλοί του τον καταλάβουν, ο Τζετ Λι υποδύεται τον Γιανγκ με μια "ήρεμη ένταση". "Ο ήρωάς μου είναι πολύ ευθύς, πολύ απλός", δηλώνει. "Συνεχώς σκέφτεται ότι θέλει να βγάλει χρήματα ώστε να έχει μια αληθινή ζωή με πραγματική οικογένεια. Έχει ένα όνειρο."
Στον Τζέισον Στέιθαμ, διεθνή σταρ σε ταινίες δράσης, ο Σταλόνε είδε πολλές δυνατότητες για τον ρόλο του. "Ήταν λίγο ρίσκο να επιλέξω τον Στέιθαμ", παραδέχεται ο Σταλόνε, "γιατί ποτέ δεν ξέρεις αν θα υπάρξει χημεία. Προέρχεται από μια πολύ διαφορετική κουλτούρα από τη δική μου και είναι ασφαλώς πολύ νεότερος. Ιδιαίτερα όμως, είδα σε αυτόν μια πλευρά του που δεν είχε παρουσιαστεί ποτέ σε ταινία και αυτό ήθελα να παρουσιάσω εδώ. Τον ήθελα να έχει μια αίσθηση αισιοδοξίας." Αν και ο Κρίστμας είναι μια "φονική μηχανή" που χειρίζεται επιδέξια τα μαχαίρια, είναι και συναισθηματικός τύπος, που προσπαθεί να σώσει τη σχέση του με την κοπέλα του Λέισι (που την υποδύεται η Καρίσμα Κάρπεντερ). "Μου άρεσε πραγματικά το concept με όλους αυτούς τους συνηθισμένους άνδρες που έχουν τις ανασφάλειες και τα προβλήματά τους", σημειώνει ο Στέιθαμ, "και την ίδια στιγμή, όταν μπλέκουν σε άσχημες καταστάσεις, τα δίνουν όλα για όλα."
Από αυτό το σημείο και μετά, η διαδικασία του κάστινγκ ήταν θέμα αποκλειστικά του Σταλόνε, που έψαχνε άτομα με μοναδικά ταλέντα. Οι βραβευμένοι με Όσκαρ Φόρεστ Γουίτακερ και Σερ Μπεν Κίνγκσλεϊ είχαν προταθεί για κάποιους ρόλους στην ταινία, όμως στην πορεία έγιναν αλλαγές. Κάποια στιγμή και ο ράπερ Κέρτις "50 Cent" Τζάκσον ήταν υποψήφιος για ρόλο, μέχρι που ο Σταλόνε σκέφτηκε ότι ίσως ακολουθούσε λάθος κατεύθυνση κι έτσι άλλαξε πορεία πλεύσης. Εν τέλει, τους ρόλους αυτούς ανέλαβαν οι Έρικ Ρόμπερτς και Τέρι Κρους.
Ο Τέρι Κρους, ιδιαίτερα γνωστός από τους κωμικούς του ρόλους σε τηλεόραση και κινηματογράφο ("Everybody Hates Chris", "Get Smart", "Balls of Fury", "Norbit"), θυμάται καθαρά την ημέρα που έμαθε ότι ο Σιλβέστερ Σταλόνε ήθελε να τον συναντήσει για τον ρόλο. "Ήμουν κατάπληκτος και ενθουσιασμένος", δηλώνει με ενθουσιασμό. "Για μένα, το να δουλέψω με τον Σταλόνε ήταν η πραγματοποίηση μιας παιδικής φαντασίας. Ήταν τιμή μου."
Για τον Ντολφ Λούντγκρεν, το να κερδίσει τον ρόλο του Γκάναρ Τζένσεν ήταν σαν να επιστρέφει στα παλιά του λημέρια. 25 χρόνια μετά τον ρόλο του ως ο Ρώσος μαχητής Ιβάν Ντράγκο στο "Rocky IV", συνεργάζεται ξανά με τον Σιλβέστερ Σταλόνε. Και ενώ έχει μια πολύχρονη καριέρα (στη διάρκεια της οποίας σκηνοθέτησε κι ο ίδιος ταινίες), ο Λούντγκρεν είδε τον ρόλο του Τζένσεν ως έναν τρόπο να επανεφεύρει τον εαυτό του. "Ο Σταλόνε έφτιαξε την καριέρα μου με τον ρόλο του Ιβάν Ντράγκο", δηλώνει. "Τώρα είμαι και πάλι εδώ, κάποια χρόνια μεγαλύτερος και ο Σλάι έχει δημιουργήσει ξανά έναν πολυπρόσωπο χαρακτήρα, έναν πιο πολύπλοκο ήρωα που θα δώσει στο κοινό την ευκαιρία να με δει από άλλη οπτική γωνία."
Περιγράφοντας τον ήρωα που υποδύεται ως "ένα τρελό καθίκι", ο Τζένσεν είναι πάνω απ' όλα ο καλύτερος φίλος του Μπάρνεϊ και κάποιος που δεν μπορεί να ελέγξει την παρόρμησή του. Το υπερβολικό άγχος του στη μάχη, η ακραία συμπεριφορά του και μια δόση ναρκωτικών οδηγούν στην κατακόρυφη πτώση του.
Το να βρει έναν αθλητή με μαχητικές ικανότητες ήταν στο μυαλό του Σταλόνε όταν έκανε κάστινγκ για τον ρόλο του Τολ Ρόουντ, που είναι ο διανοούμενος της ομάδας αλλά και με ζωώδη δύναμη. Τον βρήκε λοιπόν στο πρόσωπο του πρωταθλητή πολεμικών τεχνών, Ράντι Κουτούρ. "Ο Ράντι είχε το πρόσωπο και το κορμί που κάνουν για πολεμική αναμέτρηση, για μάχη και πειθαρχία", λέει χαρακτηριστικά ο Σταλόνε. "Αρρενωπότητα με μια δόση ευαισθησίας στα μάτια του."
Κατόπιν ο Σταλόνε απευθύνθηκε στον παλιό του φίλο, Μίκι Ρουρκ, προτείνοντάς του να παίξει τον μικρό αλλά σημαντικό ρόλο του Τουλ, του κουρασμένου πρώην Αναλώσιμου, που ασχολείται πλέον με το να οργανώνει μυστικές αποστολές έξω από το μαγαζί του με τατουάζ. Το μαγαζί λειτουργεί ουσιαστικά ως το αρχηγείο της ομάδας, ένα μέρος όπου οι ψυχές είναι εκτεθειμένες, οι αλήθειες λέγονται και επικρατεί μια αίσθηση συντροφικότητας. Είναι επίσης το σημείο όπου η ομάδα αρχίζει να αποκαλύπτεται, όταν ο Μπάρνεϊ αποφασίζει να αναλάβει μια δουλειά, την οποία οι υπόλοιποι βλέπουν ως αυτοκτονία. Με την πρώτη ματιά, ο Τουλ φαίνεται να έχει τη ζωή του υπό έλεγχο, όμως η πραγματικότητα είναι ότι η ζωή του είναι συνεχώς γεμάτη απογοήτευση.
Ως ηθοποιός, ο Σταλόνε ήξερε ότι έπρεπε να επιτρέπει στον κάθε ηθοποιό του καστ να έχει την δική του προσωπικότητα στον ρόλο του. Ως σκηνοθέτης, καταλάβαινε επίσης τη σημασία τού να μεγιστοποιεί τις ικανότητες και τα ταλέντα του κάθε ηθοποιού ξεχωριστά. "Καθένας από αυτούς ήταν σταρ από μόνος του", εξηγεί ο Σταλόνε, "και χρειάζονταν όλοι ίση μεταχείριση. Όμως όλοι τους έβαλαν τα εγώ τους κατά μέρος. Διευκόλυναν τη δουλειά μου."
Το τελευταίο κομμάτι για να συμπληρωθεί το παζλ ήταν να βρεθεί η ηθοποιός που θα υποδυόταν τη Σάντρα, τη γυναίκα που ο Μπάρνεϊ και ο Κρίστμας θέτουν σε κίνδυνο στη Βιλένα, όταν η αναγνωριστική αποστολή τους πάει στραβά. Η Σάντρα έπρεπε να είναι σκληρή, έξυπνη, όμορφη και ικανή να τα καταφέρει σε μια ταινία "γεμάτη τεστοστερόνη". Η Βραζιλιάνα ηθοποιός Γκιζέλ Ιτιέ, που ήξερε μποξ και ζίου ζίτσου αλλά δεν είχε πάρει ποτέ μέρος σε ταινία δράσης, κέρδισε τελικά τον ρόλο.
Για τους υποστηρικτικούς ρόλους, ο Σταλόνε απευθύνθηκε στον ηθοποιό Έρικ Ρόμπερτς για τον ρόλο του κατεργάρη πρών πράκτορα της CIA Μονρό, ενός άνδρα που πιάστηκε σε παγίδα που είχε σχεδιάσει ο ίδιος. Ο Ρόμπερτς δίνει μια ψυχρότητα στον άκαρδο Μονρό, που υποδύεται. Για τον ρόλο του μπράβου και πιστού ακόλουθου του Μονρό, Πέιν, ο Σταλόνε επέλεξε τον πρώην παλαιστή Στιβ Όστιν.

ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ

Σε μια ταινία τέτοιου μεγέθους, είναι αναπόφευκτα και ορισμένα προβλήματα. Τα προβλήματα αυτά πολλαπλασιάζονται, όταν τα γυρίσματα γίνονται σε μια ξένη χώρα, ειδικά σε κάποια που δεν έχει την υποδομή για να χειριστεί τις όποιες δυσκολίες προκύψουν στην ταινία. Οι παραγωγοί του "The Expendables" έπρεπε να τα βγάλουν πέρα με δύσκολες τοποθεσίες, προβλήματα στην επικοινωνία και τη γλώσσα, συνεννόηση με τα μέλη του συνεργείου που ήταν ντόπιοι και προσαρμογή στα τοπικά ήθη και έθιμα. Γνωρίζοντας τις δυσκολίες των γυρισμάτων στη Βραζιλία, ο executive producer Λες Γουέλντον τονίζει ότι η Βραζιλία παρείχε το κατάλληλο φόντο που χρειάζονταν οι συντελεστές για να δημιουργήσουν το εικονικό νησί της Βιλένα. "Το να κάνεις γυρίσματα στη Βραζιλία είναι αναμφισβήτητα μια πρόκληση σε πολλά επίπεδα", λέει ο Γουέλντον, "αλλά η αρχιτεκτονική, το τοπίο με τα ψαροχώρια και τη ζούγκλα και η μοναδικότητα των ανθρώπων μας παρείχαν το σκηνικό που δεν μπορούσαμε να βρούμε πουθενά αλλού." Και συχνά είναι η μη προβλεψιμότητα της Μητέρας Φύσης που αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για μια παραγωγή. Στη Βραζιλία δεν ήταν ασυνήθιστο να ξεσπάσει μια νεροποντή χωρίς προειδοποίηση, προκαλώντας έτσι καθυστερήσεις. Η ζέστη και η υγρασία ήταν επίσης καθοριστικοί παράγοντες, με τις θερμοκρασίες να φτάνουν σε υψηλά επίπεδα."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε τη γνώμη σας !

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...