Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Οι ταινίες της εβδομάδας: Ο Σρεκ περνά κρίση ηλικίας

O Σρεκ, ο συμπαθέστερος δράκος στην παγκόσμια ιστορία του κινουμένου σχεδίου (διά φωνής Μάικλ Μάιερς ), μια καταπράσινη, θηριώδης αλλά πονόψυχη μπάλα που μόνο το καλό έχει στο μυαλό της, εμφανίζεται για τέταρτη φορά στη μεγάλη οθόνη και επί της ουσίας σηματοδοτεί την έναρξη της νέας κινηματογραφικής περιόδου.

Στο «Σρεκ κι εμείς καλύτερα» («Shrek forever after», ΗΠΑ, 2010) του Μάικ Μίτσελ, ο Σρεκ και οι φίλοι του, ο Γάτος (φωνή Αντόνιο Μπαντέρας ) που έχει παχύνει επικίνδυνα και ο Γάιδαρος (φωνή Εντι Μέρφι ) μας καλούν να βιώσουμε παρέα τις νέες περιπέτειές τους. Οι οποίες αυτή τη φορά δημιουργούνται από την κρίση... ηλικίας του δράκου.

Ολα ξεκινούν από την ανία του Σρεκ. Καλή η οικογένεια, καλές οι γιορτές, καλό και το νοικοκυριό, πού είναι όμως η ανεμελιά του παρελθόντος; Οι βόλτες; Οι πλάκες; Ο Σρεκ θυμάται και μελαγχολεί. Θέλει να ξαναζήσει. Και κάπως έτσι πέφτει στην παγίδα. Γιατί στην ιστορία θα μπει (και θα κλέψει με άνεση την παράσταση) μια καινούργια φιγούρα στην κουλτούρα του Σρεκ: ο μέγας απατεώνας μάγος Ραμπελστίλτσκιν (φωνή Γουόλτ Ντορν ) θα εκπληρώσει την επιθυμία του Σρεκ, ο δράκος θα μεταφερθεί στο παρελθόν, αλλά η παγίδα του μάγου έχει να κάνει με το ίδιο το βασίλειο του Σρεκ, που τώρα κινδυνεύει να πέσει στα χέρια του μάγου.

Ο μάγος, επαναλαμβάνω, είναι που σε κερδίζει, έτσι όπως σε κέρδισε η μοχθηρή βασίλισσα της Ελενα Μπόναμ Κάρτερ στην «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» του Τιμ Μπάρτον. Και δεν είναι τυχαίο ότι η κινηματογραφική του ύπαρξη έχει τις ρίζες της στον ήρωα του γνωστού και μη εξαιρετέου κακού που επινόησαν το 1812 οι πασίγνωστοι παραμυθάδες, οι μοναδικοί αδελφοί Γκριμ. Το 3D στην υπηρεσία (και) των καρτούν
Τα προηγμένα συστήματα που χρησιμοποιήθηκαν για ανάλογες ταινίες κινουμένων σχεδίων έχουν εξελιχθεί ακόμη περισσότερο και υπηρετούν άψογα τις ανάγκες του τελευταίου «Σρεκ». Πλέον η δημιουργική ομάδα όχι απλώς ζωγραφίζει, αλλά μορφοποιεί σχολαστικά τους ήρωες, υιοθετώντας και την τρισδιάστατη τεχνολογία (3D). Από την άλλη πλευρά, αν το σενάριο δεν ήταν τόσο ευρηματικό (όπως σε όλα τα Σρεκ), και όλα τα εφέ του κόσμου να είχε η ταινία προσωπικά δεν θα με εντυπωσίαζε.

ΚΛΑΣΙΚΕΣ ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ
Το τολμηρό τανγκό του Μπράντο

Ο Μάρλον Μπράντο κυνηγάει τη Μαρία Σνάιντερ για ένα «τελευταίο τανγκό στο Παρίσι»
Παρίσι. Φθινόπωρο. Ο Πολ, ένας αμερικανός σαρανταπεντάρης, περιφέρεται στους κρύους δρόμους της πόλης βυθισμένος στις αναμνήσεις από την αυτοκτονία της γυναίκας του. Στο άδειο διαμέρισμά του συναντά τη Ζαν, μια ελκυστική Παριζιάνα που θέλει να το νοικιάσει. Εκεί, ξαφνικά, θα κάνουν παθιασμένα έρωτα. Ξεσπούν ο ένας στον άλλον. Την επομένη όμως ξανασυναντιούνται και έτσι δημιουργείται μεταξύ τους ένας παράξενος δεσμός στηριγμένος αποκλειστικά στο σεξ. Σεξ βίαιο, ωμό, τρυφερό, βιτσιόζικο, ενστικτώδες. Το ζουν σε όλες του τις διακυμάνσεις... ως την καταστροφή τους.

Για το θέμα της η διάσημη ταινία του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι «Το τελευταίο τανγκό στο Παρίσι» («L΄ ultimo tango a Ρarigi», Γαλλία/Ιταλία, 1972) είναι λίγο μεγαλύτερης διάρκειας απ΄ όσο θα έπρεπε, ωστόσο ποτέ δεν κουράζει, καθώς ο σκηνοθέτης χειρίζεται με εξαίρετο στυλ τις εξαιρετικά τολμηρές (για την εποχή που γυρίστηκαν) ερωτικές σκηνές της. Ο,τι και να πούμε για τη δουλειά του Βιτόριο Στοράρο, μόνιμου διευθυντή φωτογραφίας του Μπερτολούτσι, θα είναι λίγο (βέβαια, ο «Κονφορμίστας» και των δύο παραμένει αξεπέραστος).

Στον τελευταίο εκρηκτικό ρόλο της καριέρας του, ο Μάρλον Μπράντο εισχωρεί βαθιά μέσα στην ψυχή του ήρωά του, παίζει λες και είναι απολύτως ταυτισμένος με τον Πολ. Ομορφότατη αλλά ερμηνευτικώς πολύ πίσω από τον συμπρωταγωνιστή της, η Μαρία Σνάιντερ. Μπερτολούτσι και Μπράντο διεκδίκησαν το Οσκαρ (σκηνοθεσίας και α΄ ρόλου αντιστοίχως).

Μουσική, χορός, αίσθημα και κλάση α λα ΄50

Ο παλαίμαχος Φρεντ Αστέρ και η ανερχόμενη (τότε) Οντρεϊ Χέπμπουρν στο «Ενα αστείο μουτράκι»
Η εκδότρια του περιοδικού μόδας «Quality» («Ποιότητα») αναζητεί ένα ασυνήθιστο μοντέλο που θα φωτογραφηθεί στο Παρίσι φορώντας εντυπωσιακά ρούχα υψηλής ραπτικής. Ο φωτογράφος του περιοδικού ανακαλύπτει την ομορφιά της υπεύθυνης ενός βιβλιοπωλείου του Γκρίνουιτς Βίλατζ, την οποία θα μετατρέψει έπειτα από μεγάλη προσπάθεια σε τοπ μόντελ.

Χαρακτηριστικό μιούζικαλ της δεκαετίας του 1950 γυρισμένο πριν από τη μεγάλη παρακμή που υπέστη το είδος, το «Αστείο μουτράκι» («Funny face», ΗΠΑ, 1957), με τον παλαίμαχο πια Φρεντ Αστέρ (ο φωτογράφος) και την ανερχόμενη τότε Οντρεϊ Χέπμπουρν, η οποία ταυτίστηκε με την ηρωίδα του τίτλου- παρ΄ ότι ήδη καταξιωμένη και με βραβείο Οσκαρ για τις «Διακοπές στη Ρώμη». Ο βετεράνος σκηνοθέτης και ειδικός στα μιούζικαλ Στάνλεϊ Ντόνεν («Τραγουδώ ντας στη βροχή») υπογράφει τη σκηνοθεσία, με τον Αστέρ να συνεργάζεται μαζί του στις χορογραφίες. Το φιλμ προτάθηκε για τέσσερα Οσκαρ (σεναρίου, κοστουμιών, σκηνικών, φωτογραφίας), αλλά δεν κέρδισε σε καμία κατηγορία.

Τα κομψά σκουλαρίκια της μαντάμ Λουίζ
Εναν χρόνο μετά την επανέκδοση της υπέροχης «Λόλα Μοντέζ», η «Αγνωστη κυρία» («Μadame de..», Γαλλία, 1953), επίσης του Μαξ Οφύλς, προβάλλεται σε επανάληψη στις αίθουσες. Βασισμένη στο μυθιστόρημα «Τα σκουλαρίκια της Μαντάμ Ντε...», η ταινία είναι ένα κομψότατο, αέρινο μελόδραμα. Αφετηρία του η απόφαση μιας γυναίκας, της Λουίζ ( Ντανιέλ Νταριέ ), να πουλήσει τα σκουλαρίκια που της χάρισε ο σύζυγός της ( Σαρλ Μπουαγέ - στη φωτογραφία, με την Νταριέ) για να καλύψει κάποιο χρέος. Η Λουίζ ισχυρίζεται ότι τα κοσμήματα εκλάπησαν, κάποια στιγμή όμως, όταν τα δέχεται εκ νέου από έναν θαυμαστή της ( Βιτόριο ντε Σίκα ), το ψέμα της επιστρέφει μπούμερανγκ. Τα σκουλαρίκια χαρίζονται, μεταπωλούνται, αλλάζουν διαρκώς χέρια, διαμορφώνουν ριζικά ζωές. Ετσι ξεδιπλώνεται ένα χαριτωμένο ερωτικό γαϊτανάκι, που έχει μάλιστα αρκετές ομοιότητες με την ταινία «Ερωτικό γαϊτανάκι» (1950).  ΤΟ ΒΗΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε τη γνώμη σας !

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...